ΝΟΜΟΙ-ΝΟΜΟΛΟΓΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

ΤΣΜΕΔΕ-ΕΛΕΓΧΟΣ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑΣ ΕΓΓΥΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

Από 07/04/2014 είναι διαθέσιμη η νέα Ηλεκτρονική Υπηρεσία του ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ ”Σύστημα ελέγχου εγκυρότητας εγγυητικής επιστολής - Βεβαίωση εγκυρότητας εγγυητικής επιστολής”.

(Η βεβαίωση εγκυρότητας αφορά εγγυητικές επιστολές οι οποίες έχουν εκδοθεί από το ΤΣΜΕΔΕ ΑΘΗΝΑΣ).

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 5/19-03-2014 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (Μ.Ε.ΕΠ.) ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΩΝ ΜΗΤΡΩΩΝ

Η τακτική αναθεώρηση γίνεται με αίτηση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης. Η αίτηση υποβάλλεται στην Υπηρεσία τήρησης του ΜΕΕΠ εντός του τελευταίου τριμήνου, πριν την ημερομηνία λήξης ισχύος του πτυχίου, που αναγράφεται στη σχετική εργοληπτική βεβαίωση. Στην περίπτωση αυτή ως έναρξη ισχύος της νέας εργοληπτικής βεβαίωσης θεωρείται ο χρόνος λήξης της προηγούμενης, ανεξάρτητα από τον χρόνο λήψης της απόφασης της Επιτροπής ΜΕΕΠ ή του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων. Εάν η απόφαση της Επιτροπής

ΜΕΕΠ ή του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων εκδοθεί μετά τη λήξη ισχύος της παλαιάς εργοληπτικής βεβαίωσης παρατείνεται η ισχύς της μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης και όχι πέραν των 90 ημερών από τη λήξη ισχύος.
Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και μετά την ημερομηνία λήξης του πτυχίου,εντός 60 ημερών. Στην περίπτωση αυτή το πτυχίο εξακολουθεί να ισχύει, για 90 ημέρες από τη λήξη της εργοληπτικής βεβαίωσης, ενώ η νέα εργοληπτική βεβαίωση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής ΜΕΕΠ ή του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ Β & Γ ΤΡΙΜΗΝΟΥ 2012

Κυκλοφόρησαν οι Συντελεστές Αναθεώρησης Β’  & Γ Τριμήνου 2012

Δείτε τους ΕΔΩ

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΔΕΛΤΙΩΝ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ Α1 ΕΩΣ 7ΗΣ ΤΑΞΗΣ 

Αναρτήθηκαν τροποποιημένα τα Τεχνικά Δελτία Εγγραφής και Αναθεώρησης εργοληπτικών επιχειρήσεων Α1 έως 7ης με ενσωματωμένες τις αλλαγές που προέκυψαν από την εφαρμογή του Νόμου 4199/2013.

Σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 του  άρθρου 107  του Ν. 4199/2013 τροποποιήθηκαν τα ελάχιστα οικονομικά όρια κατάταξης στην 1η τάξη και 2η τάξη για την κατάταξη στην οποία η επιχείρηση πρέπει πλέον να διαθέτει σωρευτικά πάγια ή /και  καταθέσεις ελάχιστου ύψους 50.000 € για την 1η τάξη και 100.000 € για την 2η τάξη  

Δείτε τα με όλες τις αλλαγές ΕΔΩ

ΑΠΟΦΑΣΗ Δ11γ/ο/7/62​ ΥΠΠΟΜΕΔΙ   ΠΡΟΣΘΗΚΗ - ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΑΡΘΡΟΥ ΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΕΡΓΩΝ ΟΔΟΠΟΙΙΑΣ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 5252 ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ- ΠΡΟΤΥΠΑ ΤΕΥΧΗ 

Η εφαρμογή των αναθεωρημένων προτύπων τευχών διακηρύξεων θα είναι υποχρεωτική για δημόσια έργα των οποίων η διακήρυξη δημοπράτησης θα δημοσιευθεί δεκαπέντε (15) ημέρες μετά τη θέση σε ισχύ της εν λόγω απόφασης, δηλαδή από 2/12 /2013 και εφεξής

ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΤΕΥΧΗ  ΕΔΩ

ΕΓΚΡΙΣΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΤΕΥΧΩΝ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ   ΦΕΚ 2897 ΤΕΥΧΟΣ 2ο Ισχύουν υποχρεωτικά για τα έργα των οποίων η διακήρυξη θα δημοσιευτεί από τις 30-11-2013

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 32 ΥΠΠΟΜΕΔΙ/Δ15  Θέμα «Τροποποιήσεις νομοθετικού πλαισίου με το Ν. 4199/2013»

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 31 ΥΠΠΟΜΕΔΙ/Δ15  Θέμα «Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 111 του Ν.4199/2013 (ΦΕΚ Α 216/11-10-2013) , που αφορά τα Μηχανήματα Έργων»

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 30 ΥΠΠΟΜΕΔΙ/Δ15  Θέμα Αναστολή της υποχρεωτικής εφαρμογής της Ελληνικής Τεχνικής Προδιαγραφής " ΕΛΟΤ 
ΤΠ 1501-03-08-03-00 : 2009 ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ"

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 29 ΥΠΠΟΜΕΔΙ/Δ15  Θέμα «Έκδοση Ενημερότητας Πτυχίου και Βεβαιώσεων ανεκτέλεστου υπολοίπου συμβάσεων δημοσίων έργων, υποβολή Εκθέσεων δραστηριότητας ανωνύμων εταιρειών και Πιστοποιητικών εκτέλεσης έργων» (ΦΕΚ 2300 τ. Β΄/ 16-09-13)"

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 28/9.10.13 

Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου Τμήματος Κατασκευών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων 

Αφορά την  6-9-13 ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Καθορίζονται τα είδη των τεχνικών έργων που πληρούν τις προϋποθέσεις για τη δημοπράτησή τους με το σύστημα μελέτη και κατασκευή ως εξής:

  •  Επεξεργασία Υγρών Αποβλήτων και Ολοκληρωμένες Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας ιλύος
  •  Επεξεργασία Νερού
  •  Επεξεργασία Στερεών Αποβλήτων και Ολοκληρωμένες Εγκαταστάσεις Διαχείρισης Απορριμμάτων
  •  Ειδικά Ενεργειακά Έργα
  •  Χώροι Υγειονομικής Ταφής  εφόσον περιλαμβάνουν και μονάδες αξιοποίησης βιοαερίου και επεξεργασίας στραγγιδίων
  • Οι Επεκτάσεις σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες έργων εφόσον περιλαμβάνουν μελέτη προσαρμογής των νέων εγκαταστάσεων στις παλαιές και μπορούν να χρησιμοποιηθούν νεότερες τεχνολογίες που οδηγούν σε εξειδικευμένες τεχνογνωσίες
  •  Δίκτυα αποχέτευσης με το σύστημα αναρρόφησης κενού στο βαθμό που η εφαρμογή τους στην περιοχή που προτείνεται είναι πλήρως αιτιολογημένη και μονοσήμαντη
  •  

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 26 ΥΠ. ΥΠΟΜΕΔΙ 

Παράταση ισχύος βεβαιώσεων εγγραφής στο Μ.Ε.ΕΠ. σύμφωνα με το νόμο 4186/2013

ΦΕΚ 230016.9.13  

ΑΡΘΡΑ 1-4

Τροποποίηση της με αριθ. Δ15/οικ/24298/28.07.2005 (Β΄ 1105) Υπουργικής Απόφασης που αφορά την έκδοση Ενημερότητας Πτυχίου και Βεβαιώσεων ανεκτέλεστου υπολοίπου συμβάσεων δημοσίων έργων.

ΦΕΚ 193/17.9.13 ΑΡΘΡΟ 55 ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ 

Οι βεβαιώσεις εγγραφής των εγγεγραµµένων επιχειρήσεων στις τάξεις 3η έως και 7η του Μητρώου Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) της Γενικής Γραµµατείας Δηµοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδοµών, Μεταφορών και Δικτύων, οι οποίες έχουν ηµεροµηνία λήξης από 1.1.2013 έως 31.12.2013 ή έχουν λάβει παράταση, σύµφωνα µε την υποπαράγραφο 3 της παραγράφου Η.6 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 έως τις 30.6.2013, παρατείνονται από την ηµεροµηνία λήξης τους µέχρι 31.12.2013, εφόσον οι επιχειρήσεις υποβάλλουν σχετικό αίτηµα έως και εξήντα (60) ηµέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου ή έχουν υποβάλει στην Υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. αίτηση αναθεώρησης. Η έναρξη ισχύος της ανωτέρω παραγράφου άρχεται από την ψήφισή της

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 18 Νόμου 4146/2013

β) Με την παράγραφο 2 του άρθρου 59 δεν επιτρέπεται πλέον ο συνδυασμός του συστήματος προσφοράς μελέτης και κατασκευής με τα συστήματα προσφοράς ενιαίου ποσοστού έκπτωσης, επιμέρους ποσοστών έκπτωσης κατά ομάδα και ελεύθερης συμπλήρωσης ανοιχτού τιμολογίου, ενώ με την παράγραφο 3 του άρθρου 59 καταργούνται και οι σχετικές διατάξεις των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 8 της Κωδικοποίησης. Η διάταξη αυτή, δηλαδή η κατάργηση των παραπάνω συνδυασμών συστημάτων δημοπράτησης, εφαρμόζεται στις συμβάσεις έργων των οποίων οι διακηρύξεις θα δημοσιευτούν μετά την 18η/04/2013 (ημερομηνία ισχύος του Ν.4146/2013, σύμφωνα με το άρθρο 79 αυτού).

δ) Με την παράγραφο 5 μειώνονται κατά το ήμισυ τα ποσοστά επί τοις εκατό της παραγράφου 2 του άρθρου 35 της  Κωδικοποίησης, με βάση τα οποία υπολογίζεται η πρόσθετη εγγύηση καλής εκτέλεσης, η οποία προσκομίζεται σε περιπτώσεις υποβολής έκπτωσης μεγαλύτερης από τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση όρια. Συνακόλουθα και η συνολική πρόσθετη εγγύηση μειώνεται σε ποσοστό 22 % (από 35%) του προϋπολογισμού της υπηρεσίας. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις συμβάσεις έργων των οποίων οι διακηρύξεις θα δημοσιευθούν μετά την 18η/04/2013.
στ) Με την παράγραφο 7 αυξάνεται σε 4 (από 2) μήνες η προθεσμία από την εμφάνιση της γενεσιουργού αιτίας μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθούν τα δικαιώματα του αναδόχου από τη σύμβαση, προκειμένου να μην παραγραφούν οι σχετικές αξιώσεις του. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις συμβάσεις έργων των οποίων οι διακηρύξεις θα δημοσιευθούν μετά την 18η/04/2013.
 

ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΑ ΕΓΚΡΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΝΕΟ

ΑΠΟΦΑΣΗ 2494/2013 ΣτΕ 

μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, η Διοίκηση όμως διατηρεί την εξουσία, και μετά την παράλειψη της τασσομένης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο.

ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

·                                 Ν.1418/84, άρθρο 5

·                                 Π.Δ. 609/1985, άρθρο 40.

·                                 Ν. 3669/2008, άρθρο 53.

 

Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 40 του Π.Δ. 609/1985 η Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει υποχρέωση να διορθώνει η ίδια τον υποβληθέντα λογαριασμό εντός της μηνιαίας προθεσμίας που προβλέπει η παρ. 10 του άρθρου 5 του Ν. 1418/84 και να τον υπογράφει. Η επιστροφή του λογαριασμού για ανασύνταξη και επανυποβολή γίνεται μόνο όταν αυτός έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωσή του. Σ’ αυτή την περίπτωση η Διευθύνουσα Υπηρεσία «επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν» και επιστρέφει τον λογαριασμό χωρίς να τον διορθώσει. Τότε μόνο η υποβολή του λογαριασμού από τον ανάδοχο δεν κινεί την προθεσμία πληρωμής του (Συμβούλιο της Επικρατείας 2315-6/1993, ΕλΔνη 36,1711).


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ

Συμβούλιο της Επικρατείας 2315-6/1993, ΕλΔνη 36,1711) ΔΕφΑθ 312/1987, 8/2004 Απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου

Σε περίπτωση που εγκριθεί πιστοποίηση που περιλαμβάνει ποσά που δεν έχουν εγκριθεί με ΑΠΕ, αυτή πρέπει να πληρωθεί (ΣτΕ 4609/1997), παραπέρα δε  «αν χωρήσει έγκριση της πιστοποίησης πρέπει στην συνέχεια να συνταχθεί εντολή πληρωμής και να πληρωθεί ο ανάδοχος, χωρίς να είναι πλέον δυνατό σε αυτό το στάδιο της πληρωμής νέος έλεγχος της πιστοποίησης» (ΣτΕ 4105/1999).


Η προθεσμία για την πληρωμή του αναδόχου αρχίζει από την υποβολή της πιστοποίησης έστω και αν σ’ αυτήν ή στην επιμέτρηση που τη συνοδεύει υπάρχουν λάθη που μπορούν να διορθωθούν από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, τότε δε μόνο η υποβολή της πιστοποίησης δεν κινεί την προθεσμία πληρωμής όταν αφενός τα λάθη αυτά είναι τέτοια που να κάνουν δυσχερή τη διόρθωσή τους από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και αφετέρου αυτή δεν προβεί στη διόρθωσή τους αλλά κοινοποιήσει στον ανάδοχο διαταγή για την ανασύνταξη και επανυποβολή της (ΔΕφΑθ 312/1987). Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η Διευθύνουσα Υπηρεσία προβεί σε διορθώσεις της πιστοποίησης ή των ποσοτήτων της επιμέτρησης που τη συνοδεύει, οφείλει να εγκρίνει την πιστοποίηση όπως διορθώνεται από αυτήν και δεν δύναται να εκδώσει διαταγή ανασύνταξής της προκειμένου να μεταφέρει την ημερομηνία πληρωμής της.


Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 27/2002 απόφαση του Πεντ. Εφετείου Δωδεκανήσου αν επιστραφεί αναιτίως ο λογαριασμός θεωρείται αυτοδίκαια εγκεκριμένος «….. ειδικότερα δε και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η έγκριση του ….. τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης οποιουδήποτε απαραίτητου κατά νόμον τυπικού στοιχείου του έργου, η αίρεση αυτή θεωρείται ότι πληρώθηκε πλασματικά, διότι η Προϊσταμένη Αρχή παρά τη νόμιμη υποχρέωσή της παρέλειψε να εγκρίνει κάθε απαραίτητο στοιχείο του έργου που αφορά σε εργασίες εκτελεσθείσες με εντολές και οδηγίες του εργοδότη, επιμετρηθείσες δε και παραληφθείσες από αυτόν».

Η διενέργεια περικοπών της πιστοποίησης από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, καθώς και η διαταγή ανασύνταξής της, πρέπει, ως βλαπτικές για τον ανάδοχο πράξεις, να είναι πλήρως αιτιολογημένες.


Βλ. Διοικητικό Εφετείο Πατρών 226/2005:

«Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζεται η συνηθισμένη περίπτωση της καθυστέρησης πληρωμής των λογαριασμών, συνάγεται ότι για να εκδοθεί η εντολή πληρωμής προκειμένου να καταβληθεί στον ανάδοχο το οφειλόμενο από τις εκτελεσθείσες εργασίες αντάλλαγμα ή οποιαδήποτε άλλη συναφής προς το έργο αξίωση του πρέπει προηγουμένως η αρμόδια Διευθύνουσα Υπηρεσία, αφού ελέγξει και ενδεχομένως διορθώσει το λογαριασμό, που υποβλήθηκε από τον ανάδοχο, να εγκρίνει αυτόν, ο οποίος έτσι αποτελεί την πιστοποίηση. Αν, δε, χωρήσει έγκριση του λογαριασμού – πιστοποίησης, πρέπει στη συνέχεια να συνταχθεί η εντολή πληρωμής και να πληρωθεί ο ανάδοχος χωρίς να είναι πλέον δυνατός νέος έλεγχος της πιστοποίησης στο στάδιο της πληρωμής, διαφορετικά οφείλονται τόκοι υπερημερίας, μετά την πάροδο διμήνου από την αρχική υποβολή του λογαριασμού, εφόσον υποβλήθηκε σχετική έγγραφη όχληση από τον ανάδοχο και από το χρόνο της υποβολής της, μέχρι την εξόφληση της οφειλής (ΣτΕ 1493/1999,15/1993)».


Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 8/2004 Απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου η διευθύνουσα υπηρεσία υποχρεούται, μέσα σ’ ένα μήνα από την υποβολή εκ μέρους του αναδόχου του έργου της πιστοποίησης, να προβεί στην έγκρισή της. Αν η μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η πιστοποίηση που υποβλήθηκε θεωρείται εγκεκριμένη (βλ. Εγκύκλιο 30/2004 του ΥΠΕΧΩΔΕ).


Εγκύκλιος 30/2004 του ΥΠΕΧΩΔΕ : Ειδικότερα επιβάλλεται ο έλεγχος και η διόρθωση των λογαριασμών να διενεργείται μέσα στην προβλεπόμενη μηνιαία προθεσμία και σε περίπτωση που περιέχουν ασάφειες ή ανακρίβειες που καθιστούν δυσχερή τη διόρθωση να επιστρέφονται οπωσδήποτε στον ανάδοχο για ανασύνταξη και επανυποβολή (άρθρο 40 π.δ/τος 609/85).

Σε αντίθετη περίπτωση όχι μόνο θα θεωρούνται,  μετά την παρέλευση της προθεσμίας,  αυτοδίκαια εγκριθέντες αλλά δεν θα υπάρχει πλέον δυνατότητα διόρθωσης τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.


ΑΕΔ 8/2004 :Κατά την κρατήσασα γνώμη στο δικαστήριο αυτό, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.δ. 1266/1972 συνάγεται ότι ο χρόνος της εκ μέρους της διευθύνουσας υπηρεσίας εγκρίσεως της πιστοποίησης έχει ιδιαίτερη σημασία με έννομες συνέπειες και η διευθύνουσα υπηρεσία υποχρεούται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή εκ μέρους του αναδόχου του έργου της πιστοποίησης να προβεί στην έγκρισή της, γιατί διαφορετικά, αν η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη θεωρείται η πιστοποίηση που υποβλήθηκε εγκεκριμένη».


Κατά την ΣτΕ 1153/2006, σε περίπτωση υποβολής λογαριασμού από τον ανάδοχο, η Διευθύνουσα Υπηρεσία υποχρεούται εντός μηνός από την υποβολή του να προβεί στον έλεγχό του και είτε να τον εγκρίνει όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί παντελώς την έγκρισή του είτε να προβεί σε διόρθωση και στη συνέχεια έγκρισή του ή αν είναι δυσχερής η διόρθωση να τον επιστρέψει στον ανάδοχο προς ανασύνταξη και επανυποβολή. Αν η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, δηλαδή η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν προβεί σε καμία από τις ανωτέρω ενέργειες, ο υποβληθείς λογαριασμός θεωρείται ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, αυτοδικαίως εγκεκριμένος, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τον τροποποιήσει.


Κατά την ΑΠ 1451/2006, «η ανωτέρω τεκμαρτή, εκ της σιωπής της διευθύνουσας υπηρεσίας, έγκριση της πιστοποιήσεως είναι οριστική και δεν δύναται να ανατραπεί κατόπιν μεταγενεστέρου ελέγχου ή διορθώσεως ή επιστροφής του λογαριασμού προς ανασύνταξη και επανυποβολή του, ούτε δι’ αντιρρήσεων κατά της «τελικής επιμετρήσεως» ή του «προτελικού λογαριασμού» ή του «τελικού λογαριασμού», που προβλέπουν τα άρθρα 38 § 4 και 40 §§ 7 και 9 του π.δ. 609/1985, ούτε να αναθεωρηθεί κατά τον έλεγχο της τελικής επιμετρήσεως ή την εκκαθάριση του τελικού λογαριασμού, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 § 4 και 40 § 8 του τελευταίου τούτου π.δ., αφού κατά τον εν λόγω έλεγχο και την εκκαθάριση δεν προβλέπεται και έρευνα παλαιάς πιστοποιήσεως, εγκριθείσης ρητώς ή εκ του τεκμηρίου της σιωπής της διευθύνουσας υπηρεσίας».


Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1009/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας «……. το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, δεχθέν, κατ’ αρχήν, ότι αυτή δεν ήταν υπαίτια για την καθυστέρηση πληρωμής της από τον κύριο του έργου. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του Πανεπιστημίου ότι η καθυστέρηση εξοφλήσεως των 70ου και 71ου λογαριασμών οφειλόταν στη μη έγκαιρη προσκόμιση από την αναιρεσίβλητη εταιρία των απαιτουμένων για την πληρωμή δικαιολογητικών, ως αβάσιμο, διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνυόταν ότι αυτή ειδοποιήθηκε να προσκομίσει συγκεκριμένα δικαιολογητικά και, παρ’ όλα αυτά, παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη σχετική ειδοποίηση της αρμόδιας υπηρεσίας. Η αιτιολογία αυτή είναι νόμιμη και επαρκής


Η υποχρέωση του εργολήπτη στην σύνταξη ανακεφαλαιωτικών λογαριασμών, δεν σημαίνει ότι κάθε πιστοποίηση χάνει την αυτοτέλεια της, ο δε ανακεφαλαιωτικός χαρακτήρας του λογαριασμού αποσκοπεί στην λογιστική και μόνο απεικόνιση των οφειλόμενων και καταβαλλόμενων έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος. (ΣτΕ 546/2004, ΣτΕ 1472/2000 κλπ). Κατά συνέπεια πιστοποιήσεις που έχουν γίνει δεκτές και έχουν πληρωθεί τα ποσά που αντιστοιχούν σε αυτές με παλαιότερο λογαριασμό, δεν μπορούν με αφορμή  νέο λογαριασμό να διορθωθούν.


Σε περίπτωση που προηγούμενος λογαριασμός είναι αυτοδικαίως εγκριθείς, ο εργολήπτης από την ημερομηνία αυτοδίκαιης έγκρισης του δικαιούται να εντάξει το ποσό αυτού σε επόμενο λογαριασμό, δεδομένου, ότι η διευθύνουσα υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τον τροποποιήσει (ΣτΕ 1153/2006).


-Η υπηρεσία μπορεί να επιστρέψει εντός μηνός τον λογαριασμό και για συμπλήρωση δικαιολογητικών που λείπουν και πάλι όμως απαιτείται η έγγραφη επιστροφή με απόδειξη εκ μέρους της υπηρεσίας (ΣτΕ 1009/2005).   

 

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΝΕΟ

Στη χώρα µας εκδίδονται, κατά την απόφαση 1109793/6134-11/0016/ΠΟΛ.1223/24.11.1999 (ΦΕΚ Β΄ 2134) του Υπουργού Οικονοµίας & Οικονοµικών, για την εκτέλεση ορισµένων πράξεων αποδεικτικά φορολογικής ενηµερότητας. Η έκδοση για συµµετοχή σε διαγωνισµούς έργων, προµηθειών και υπηρεσιών του ∆ηµοσίου τοµέα έχει καταργηθεί το 2000 (έκτοτε προσκοµίζονταν πιστοποιητικό ενηµερότητας για γενική χρήση) και επαναφέρθηκε, από 1.5.2007, µε την απόφαση 1039503/3308-11/0016/20.4.2007 (ΦΕΚ Β΄752/2007). Στους 
διαγωνισµούς προσκοµίζεται πιστοποιητικό για “κάθε νόµιµη χρήση (εκτός είσπραξης χρηµάτων και µεταβίβασης ακινήτου)” (βλ. άρθρο 6 παρ. 3 της απόφασης). 

 

ΣτΕ. 1840/92…εφ΄όσον εµφιλοχώρησαν σφάλµατα στην εν γένει διαδικασία διεξαγωγής δηµοπρασίας δηµοσίου έργου, στα οποία περιλαµβάνονται και τα λογιστικά λάθη ή οι διαφορές και αντιφάσεις µεταξύ των αριθµητικών και των γραφικών παραστάσεων των προδιαγραφών της υπηρεσίας σχετικά µε το δηµοπρατούµενο έργο, που επηρέασαν την προσφορά των διαγωνιζόµενων και είχαν επιπτώσεις στην διαµόρφωση της κρίσεως για την ανάδειξη του τελικού µειοδότη, πρέπει η αρµόδια αρχή να ακυρώσει την δηµοπρασία και να διατάξει επανάληψή της από το σηµείο, όπου εχώρησε η παρατυπία….

ΓνωµΝΣΚ.290/01…επιβάλλεται η τήρηση ή αποκατάσταση της νοµιµότητας και αυτεπάγγελτα από τη διοίκηση έστω και εάν οι διαγωνιζόµενοι δεν αντελήφθησαν ή δεν πρόβαλλαν έγκαιρα την νοµική πληµµέλεια της προσφοράς.

489/2011 απόφαση ΣτΕ Στην περίπτωση που μετέχει σε διαγωνισμό εργοληπτική επιχείρηση, η οποία είναι ατομική επιχείρηση, η βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας του ΤΣΜΕΔΕ για τον ίδιο τον μετέχοντα, εφόσον είναι το μοναδικό στέλεχος του πτυχίου, καλύπτει και την ατομική επιχείρηση.

ΣτΕ ΕπΑν 828/2007 Δεν προκύπτει από τις διατάξεις ότι εκτός από την υποβολή των ρητώς απαιτούμενων βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας για τα στελέχη και της αρνητικής σχετικής υπεύθυνης δήλωσης σχετικά με τους μισθωτούς μηχανικούς, οφείλουν να προσκομίσουν βεβαίωση του ΤΣΜΕΔΕ ότι δεν απασχολούν μισθωτούς ασφαλισμένους του Ταμείου 

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΜΗΜΑ VI ΑΠΟΦΑΣΗ 3370/2011

Oυσιώδεις νομικές πλημμέλειες που διαπιστώνονται σε επίπεδο διακηρύξεως διαγωνισμού συνιστούν λόγο διακωλυτικό της υπογραφής του οικείου σχεδίου συμβάσεως, ανεξάρτητα από τη δεσμευτικότητα των όρων της διακηρύξεως έναντι της αναθέτουσας αρχής και των υποψηφίων του διαγωνισμού. Ειδικότερα τούτο διότι, αν και, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η διακήρυξη του διαγωνισμού αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη και ως εκ τούτου δεσμεύει με τους όρους της το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. που διενεργεί το διαγωνισμό, καθώς και τους συμμετέχοντες σ' αυτόν, ωστόσο, η αρχή της νομιμότητας περιορίζει τις αναθέτουσες αρχές, ώστε με τη διακήρυξη να μην εισάγουν όρους που αντίκεινται σε υπερκείμενους κανόνες δικαίου, όπως του Συντάγματος ή του κοινοτικού δικαίου ή αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής νομοθεσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, η διακήρυξη και η συνακόλουθη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας συμβάσεως ελέγχονται ως πλημμελείς στο πλαίσιο του προσυμβατικού ελέγχου. Τέλος, ουσιώδεις είναι οι πλημμέλειες που επιδρούν καταλυτικά στην οικεία διαγωνιστική διαδικασία, διότι νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό ή πλήττουν τη διαφάνεια της διαδικασίας ή δε διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον (Απόφ. Τμ. Μειζ. Συν. 2825/2011, VI Τμ. 2752, 2383, 2156, 2190, 1779, 1252, 583/2011, 3143, 2499/2010, κ.α)

ΑΠΟΦΑΣΗ 114 Δ.Σ. ΟΣΚ Α.Ε.

από τις προβλέψεις του άρθρου 16 του Ν. 3669/2008 προκύπτει ότι η σύσταση αναβαθμισμένης κοινοπραξίας της παρ. 10 του άνω άρθρου προηγείται της συστάσεως της κοινής εν συνεχεία κοινοπραξίας και τούτο απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο διακριτό και δεν είναι εφικτό διά του ιδίου εγγράφου να πληρούνται αμφότερες οι πρόνοιες του Νόμου περί αναβαθμισμένης και κοινής κοινοπραξίας αφού σε τέτοια περίπτωση η προσωπικότητα της αναβαθμισμένης κοινοπραξίας είναι ανύπαρκτη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να κοινοπρακτεί τούτη με άλλη εργοληπτική επιχείρηση (ίδετε ΔΕφΠατρων 12/2012 και Απόφαση 5056/27.2.2013 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης).

Η διοίκηση, στην προκειμένη περίπτωση η Αναθέτουσα Αρχή  έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις που απευθύνονται σε αυτήν και όχι σε κάθε δικαστική απόφαση που αφορά άλλες Υπηρεσίες και επισημαίνεται ότι ο κάθε διαγωνισμός είναι αυτοτελής (Σ.τ.Ε με αρ. 769/2011, ΣτΕ 3280/2007, ΕΑ 1239/2010 κ.α.)

H διακήρυξη δεσμεύει τους διαγωνιζόμενους υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτής δεν είναι αντίθετοι με την ισχύουσα νομοθεσία ούτε αποκλείουν την εφαρμογή διατάξεων υποχρεωτικών για τη διοίκηση (ΣτΕ 915/59 , ΣτΕ 463/66 , 569/47 , 697/51 , Εφ.Αθ. 369/62 , ΣτΕ 2772/86 , ΑΠ Ολομ. 274/71 , ΝΣΚ 528/99)
 
Η διακήρυξη αποτελεί κανονιστική πράξη που διέπει τη δηµοπρασία και δεσµεύει τόσο την επί του διαγωνισµού αρχή, όσο και τους διαγωνιζόµενους, η παράβαση όρων της διακήρυξης, που περιέχονται είτε στη διακήρυξη είτε στη συγγραφή υποχρεώσεων, οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα του αποτελέσµατος του διαγωνισµού και των εγκριτικών πράξεων αυτού. Οι δε όροι της διακήρυξης πρέπει να ερµηνεύονται στενά και αυστηρά. (Πληµ. Κατερ. 802/1997, ΣτΕ 98/1962, ΣτΕ 1688/1954, ΣτΕ 1630/1950, ΕφΘεσ 22/1964)
 
Η διακήρυξη της δημοπρασίας , ως κανονιστική διοικητική πράξη , εφόσον προέρχεται από αρμόδιο όργανο και έχει νομίμως δημοσιευθεί , εφόσον δε δεν προσβληθεί εμπρόθεσμα και ακυρωθεί , παράγει όλες τις εντεύθεν έννομες συνέπειες, ακόμη και αν δεν έχει τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία ή ακόμη και αν περιέχει στοιχεία που αντιβαίνουν στις διατάξεις του νόμου (ΣτΕ 1874/1993 , 3984/1990 , 4607/1986 , 1701/1971 , 5690/1996 , Ολομ. ΣτΕ 965/1998)

Σ.τ.Ε 2670/67 η παράβαση των όρων διακήρυξης συνιστά ουσιαστικά παράβαση νόμου..Η τυχόν ελλιπής μνεία σε διακήρυξη δημοπρασίας κάποιου νομικού όρου αυτής, αναπληρώνεται από το νόμο που διέπει τη διεξαγωγή της, τον οποίο οφείλει να γνωρίζει εκείνος που μετέχει στη δημοπρασία

Σ.τ.Ε 2670/67. Γενικά, η διακήρυξη της δημοπρασίας συνιστά τον νομικό κανόνα που διέπει την ενέργεια αυτής, η δε παράβαση των όρων αυτής συνιστά ουσιαστικά παράβαση νόμου

Σ.τ.Ε./91/53Η τυχόν ελλιπής μνεία σε διακήρυξη δημοπρασίας κάποιου νομικού όρου αυτής, αναπληρώνεται από το νόμο που διέπει τη διεξαγωγή της, τον οποίο οφείλει να γνωρίζει εκείνος που μετέχει στη δημοπρασία

ΝΣΚ/687/1996 στη διακήρυξη δεν μπορεί να περιληφθεί όρος που είναι αντίθετος με τις οικείες νομικές διατάξεις, που διέπουν την κατασκευή του τεχνικού έργου

Οι όροι της διακήρυξης λειτουργούν πάντοτε συμπληρωματικά των οικείων διατάξεων και δεν τις υποκαθιστούν ούτε τις αντικαθιστούν. Συνεπώς, στη διακήρυξη δεν μπορεί να περιληφθεί όρος που είναι αντίθετος με τις οικείες νομικές διατάξεις, που διέπουν την κατασκευή του τεχνικού έργου, που αφορά η διακήρυξη, μπορεί όμως να περιληφθεί σ” αυτήν όρος που δεν απαγορεύεται, ούτε φυσικά είναι αντίθετος με τις διατάξεις που διέπουν την κατασκευή του έργου .Ο απαιτούμενος, από τη διακήρυξη τεχνικού έργου, όρος περί μη καταδίκης των διαγωνιζομένων προσώπων για ποινικό αδίκημα, που αφορά την επαγγελματική τους συμπεριφορά με βάση τελεσίδικη ποινική απόφαση, μολονότι προβλέπεται στο άρθρο 24 του Π.Δ. 2319/93, μη διέποντος το τεχνικό έργο, είναι νόμιμος, δεδομένου ότι δεν απαγορεύεται ούτε αποκλείεται από τις οικείες διατάξεις του Ν.1418/84 και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων

Ολομ. ΣτΕ/1415/2000 αποτελεί δικαίωμα των ενδιαφερομένων να υποβάλλουν προσφορά και να συμμετέχουν στο διαγωνισμό, ακόμα κι αν έχουν ήδη ασκήσει προσφυγή κατά όρου της διακήρυξης που θεωρούν ότι τους βλάπτει, ή υποβάλλουν, ταυτόχρονα με την προσφορά τους, γραπτή επιφύλαξη για συγκεκριμένους όρους της Διακήρυξης.

 Εννοείται ότι δεν αποτελεί δικαίωμα των διαγωνιζομένων να υποβάλλουν εναλλακτικές προσφορές (ήτοι προσφορών που στηρίζονται σε διαφορετικό από τον προδιαγραφόμενο στα τεύχη του διαγωνισμού τρόπο εκτέλεσης του έργου) αν δεν προβλέπεται στη διακήρυξη.

Ο αποκλεισμός, ή η απειλή αποκλεισμού στις παραπάνω περιπτώσεις προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να παραιτηθεί από τις επιφυλάξεις του ή την ήδη ασκηθείσα προσφυγή του, αποτελεί παραβίαση των διατάξεων της Δικονομικής Οδηγίας και έχει τις εκ της παραβιάσεως αυτής συνέπειες (αναστολή χρηματοδότησης, παραπομπή στο ΔΕΚ)

Ελ.Συν/Τμ.VI/10/2008 η αναθέτουσα αρχή οφείλει να ερευνά και αυτεπάγγελτα την ύπαρξη παρατυπιών εκτός από εκείνες που ενδεχόμενα προβάλλονται με ενστάσεις των διαγωνιζομένων

Η διακήρυξη του διαγωνισμού αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη και ως εκ τούτου δεσμεύει με τους κατά νόμο όρους της το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο που διενεργεί το διαγωνισμό καθώς και τους συμμετέχοντες σ` αυτόν, τυχόν δε παράβαση ουσιώδους όρου της διακήρυξης, είτε κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού, είτε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης που καταρτίζεται μετά τη διενέργεια του διαγωνισμού, είτε κατά το στάδιο εκτέλεσης αυτής, καθιστά μη νόμιμη τη σχετική διαδικασία και επάγεται ακυρότητα (βλ. Πράξεις VI Τμ.Ε.Σ. 137, 119, 78/2007 και IV Τμ.Ε.Σ. 70/2003, 105/2002, 78, 4/2001, 85/2000). Ειδικότερα, οι όροι της διακήρυξης, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και πλήρεις και να προσδιορίζουν με ακρίβεια το ζητούμενο αντικείμενο του διαγωνισμού (κατηγορία, περιγραφή, ποσότητα, τεχνικές προδιαγραφές), αποτελούν τη βάση της εκδήλωσης ενδιαφέροντος – ανάπτυξης ανταγωνισμού και της διαμόρφωσης των τεχνικών και οικονομικών προσφορών, έτσι ώστε τελικά να επιλεχθούν, σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών που θα ανταποκρίνονται καλύτερα στη χρήση για την οποία οι υπηρεσίες αυτές προορίζονται από την αναθέτουσα αρχή. Εξάλλου, δεδομένου ότι η διαδικασία των διαγωνισμών του Δημοσίου είναι αυστηρά τυπική, οι προσφορές των διαγωνιζομένων πρέπει να τηρούν απόλυτα τους όρους της διακήρυξης υπό το πλήρες περιεχόμενο, κάθε δε παράβαση των σχετικών διατάξεων αυτής συνεπάγεται ακυρότητα της προσφοράς των διαγωνιζομένων. Λόγω δε της αυστηρά τυπικής διαδικασίας, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να ερευνά και αυτεπάγγελτα την ύπαρξη παρατυπιών εκτός από εκείνες που ενδεχόμενα προβάλλονται με ενστάσεις των διαγωνιζομένων. Συνεπώς, σύμφωνα με την αρχή της τυπικότητας της διαδικασίας, όλες οι διατάξεις της διακήρυξης που αφορούν τους τύπους που πρέπει να τηρηθούν κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού καθιερώνουν ουσιώδεις τύπους, των οποίων η παράβαση ελέγχεται και αυτεπάγγελτα από την αναθέτουσα αρχή και οδηγεί σε ακυρότητα της προσφοράς του υποψήφιου που τις παραβίασε και σε αποκλεισμό αυτού. (Ελ.Συν/Τμ.VI/10/2008 .)

ΕλΣυν/Τμ 6/372/2010 πλημμέλεια αποτελεί και η παράλειψη της Έπιτροπής Διαγωνισμού να συντάξει με επιμέλεια του Προέδρου της πράξη, με την οποία να βεβαιώνεται η μέρα και η ώρα ανάρτησης σε ειδικό πίνακα της υπηρεσίας της ανακοίνωσης του αποτελέσματος της δημοπρασίας, αφού η υποχρέωση αυτή συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να λάβουν γνώση του πρακτικού του διαγωνισμού και να ασκήσουν εμπροθέσμως ενστάσεις κατ” αυτού

Για την παραδεκτή συμμετοχή των εργοληπτικών επιχειρήσεων σε διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων έργων απαιτείται η υποβολή στην Έπιτροπή Διαγωνισμού συγκεκριμένων δικαιολογητικών που ορίζονται από την οικεία διακήρυξη, προκειμένου να αποδειχθεί η συνδρομή των απαιτούμενων επαγγελματικών προσόντων των υποψηφίων και, τούτο, κατ” εφαρμογή της αρχής της τυπικότητας του διαγωνισμού, η τήρηση της οποίας αποσκοπεί στην ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού υπό συνθήκες διαφάνειας και διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των ενδιαφερομένων.(…) Τέλος, από το άρθρο 4.1 του πρότυπου τεύχους διακήρυξης που προπαρατέθηκε, όπως αυτό ισχύει σε κάθε ειδικότερη περίπτωση, παρέπεται ότι η διαδικασία του διαγωνισμού αποτελεί σύνθετη διοικητική ενέργεια διακρινόμενη σε επιμέρους στάδια διοικητικής δράσης, καθένα από τα οποία αποτελεί προϋπόθεση του επόμενου με κοινό σκοπό την ανάδειξη μειοδότη. Η μη συμμόρφωση προς τους ανωτέρω κανόνες με τη μορφή είτε της μη προσήκουσας τήρησης της διαδικασίας ή της παράλειψης τήρησης αυτής καθ’όλα τα επιμέρους στάδιά της, όπως λεπτομερώς περιγράφονται στο ως άνω άρθρο, πλήττει το κύρος του διαγωνισμού, εφόσον δε η παράβαση αφορά στην άσκηση αρμοδιότητας ή υλικής ενέργειας που τίθεται προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαγωνιζομένων, συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια που ελέγχεται από το Έλεγκτικό Συνέδριο στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του για την άσκηση προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας της διαδικασίας ανάθεσης δημοσίου έργου (άρ. 98 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος).Τέτοια πλημμέλεια αποτελεί και η παράλειψη της Έπιτροπής Διαγωνισμού να συντάξει με επιμέλεια του Προέδρου της πράξη, με την οποία να βεβαιώνεται η μέρα και η ώρα ανάρτησης σε ειδικό πίνακα της υπηρεσίας της ανακοίνωσης του αποτελέσματος της δημοπρασίας, αφού η υποχρέωση αυτή συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να λάβουν γνώση του πρακτικού του διαγωνισμού και να ασκήσουν εμπροθέσμως ενστάσεις κατ” αυτού. ΕλΣυν/Τμ 6/372/2010.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (Α΄ ΤΜ.)  1226/2001 

Είναι υποχρεωτική η γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο ότι η συγκεκριμένη διοικητική πράξη υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή καθώς και ο προσδιορισμός του οργάνου ενώπιον του οποίου ασκείται η ενδικοφανής προσφυγή και η προθεσμία άσκησης αυτής , προκειμένου να έχει τη δυνατότητα ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα. Συνέπειες παράλειψης γνωστοποίησης.

Συνέπεια δε τoύτου είναι ότι, αν η Διοίκηση δεν τηρήσει την υποχρέωσή της αυτή, η μη άσκηση ή η μη προσήκουσα άσκηση υπό του ενδιαφερομένου κατά της βλαπτικής των εννόμων συμφερόντων του πράξεως της υπηρεσίας, εντός της προς τούτο τασσομένης υπό του νόμου αποκλειστικής προθεσμίας, των κατά το νόμο, ενδικοφανών προσφυγών, δεν καθιστά, εκ του λόγου τούτου και μόνον, απαράδεκτη, την υπό τούτου ασκηθείσα ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου προσφυγή, η δε υπόθεση, εισαγόμενη παραδεκτώς, από της απόψεως αυτής, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αποβαίνει, περαιτέρω, εξεταστέα υπ΄ αυτού, εν αναφορά προς την υποκειμένη σε ενδικοφανή προσφυγή πράξη της διοικητικής αρχής, διότι το εκ της μη τηρήσεως της υπό του νόμου οριζομένης ενδικοφανούς διαδικασίας απαράδεκτο της ενώπιον του δικαστηρίου προσφυγής αίρεται εκ της παραλείψεως της Διοικήσεως να προβεί στη σχετική ενημέρωση του ενδιαφερομένου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3324/1998, 222/1997, 1626/1996, 2309/1995 κ.α.)

Δικαστήριο:ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 2188 2009 

Περίληψη : Για το παραδεκτό της ασκουμένης προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου προς επίλυση διαφοράς, η οποία ανέκυψε από σύμβαση εκτελέσεως δημοσίου έργου, απαιτείται η τήρηση της προβλεπομένης προδικασίας, δηλ. ένσταση και αίτηση θεραπείας. Λόγοι και αιτήματα που δεν προβλήθηκαν με την ένσταση αλλά προβλήθηκαν πρώτη φορά με την αίτηση θεραπείας ή την προσφυγή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, καθ’ όσον ως προς αυτά δεν έχει τηρηθεί η προδικασία. Η εν λόγω ρύθμιση δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στα άρθρα 6 και 13 της κυρωθείσης της Συμβάσεως της Ρώμης περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Δικαστήριο:ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΑΣΤΟΛΩΝ  154 2002

Ασφαλιστικά μέτρα - Η παράλειψη κοινοποίησης της προσφυγής δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής, διότι τούτο δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.2 του Ν. 2522/1997. Αντίθετα σε περίπτωση παράλειψης κοινοποίησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που διατάσσεται με δικαστική πράξη, η παράλειψη κοινοποίησης συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης. 

ΕλΣυν/Τμ.6/205/2007

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με γενική αρχή του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, η οποία απορρέει από τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των συμμετεχόντων στους δημόσιους διαγωνισμούς, συνάγεται ότι τόσο το πρακτικό αξιολόγησης και βαθμολόγησης των προσφορών των διαγωνιζομένων όσο και οι αποφάσεις των αρμόδιων επιτροπών επί σχετικών ενστάσεων – προσφυγών, πρέπει να περιλαμβάνουν σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία της περιέχουσας σ’ αυτά κρίσης με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη αυτοτελώς και συγκριτικά, ώστε αφενός να μην καταλείπεται αμφιβολία ως προς την ορθή εφαρμογή των κριτηρίων που θέτει η διακήρυξη και ο νόμος και αφετέρου να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. Πρξ. Τμ. VI 224/2006). Είναι δε η αιτιολογία πλήρης και επαρκής όταν περιλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου και ειδικά όσον αφορά το πρακτικό τεχνικής αξιολόγησης, όταν παρατίθενται τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι πληρούνται τα κριτήρια τεχνικής αξιολόγησης και οι λοιποί όροι σχετικά με τις τεχνικές απαιτήσεις που τίθενται με τη διακήρυξη και το νόμο. Μόνο εφόσον υπάρχει αιτιολογία σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και σαφής, είναι δυνατή η συμπλήρωσή της με στοιχεία του φακέλου.

Η ημερομηνία σύνταξης της υπεύθυνης δήλωσης πρέπει να συμπίπτει με την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς, ώστε να καλύπτει και την ημερομηνία αυτή.

Υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία προγενέστερη εκείνης της υποβολής της προσφοράς δεν καλύπτει τις απαιτήσεις της προκήρυξης, αφού βεβαιώνοντας την ανυπαρξία καταδικών, κτλ σε μελλοντική ημερομηνία είναι αυτονόητα ανακριβής.

Η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος μπορεί να γίνει και πριν την ημερομηνία της υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης, αφού κρίσιμο είναι ποιος είναι ο υπογράφων και όχι πότε υπογράφει ενώπιον του βεβαιούντος το γνήσιο της υπογραφής  (ΣτΕ 1337/2008, Γνωμοδότηση ΝΣΚ 317/2007).

Εγκύκλιος 35/2005 ΥΠΕΧΩΔΕ

θα πρέπει και τα μη επικυρώσιμα έγγραφα να γίνονται δεκτά στις δημοπρασίες των δημοσίων έργων, εφόσον συνοδεύονται από την παραπάνω υπεύθυνη δήλωση και εφόσον δεν υπάρχει  ειδική διάταξη που προβλέπει ιδιαίτερο τρόπο επικύρωσης (π.χ. φορολογική ενημερότητα).

ΑΛΛΑΓΗ ΠΗΓΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ-ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Η αλλαγή της χρηματοδότησης του έργου αποτελεί αλλαγή ουσιώδους όρου της Διακήρυξης ,κάτι που κατά την Ελεγκτικό Συνέδριο/μήμαVII(ΕΣ) 300/2009 γνωμοδότηση, επάγεται ακυρότητα της σχετικής διαδικασίας σύναψης της σύμβασης του έργου.

Η μη παροχή από την Υπηρεσία των αιτούμενων από τον ανάδοχο στοιχείων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η βεβαίωση περί 
ύπαρξης εξασφαλισμένης πίστωσης για το έργο, αλλά η κοινοποίηση προς αυτόν της κατακυρωτικής απόφασης του διαγωνισμού, κατά την τελευταία ημέρα ισχύος της προσφοράς και η ταυτόχρονη κλήση του αναδόχου να υπογράψει τη σύμβαση, καθώς και η εν συνεχεία κήρυξη του ως έκπτωτου ένεκα μη υπογραφής της σύμβασης, υπερβαίνουν την αρχή της αναλογικότητας και καθιστούν τη συμπεριφορά του κυρίου του έργου (Δ.Θερμαϊκού) ως καταχρηστική.

ΤΠΕΔΕ

Απόφαση Α.Π Φ.30272/22093/394/28-5-2012 Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης Διεύθυνσης Πρόσθετης Ασφάλισης

 ΄΄Σύµφωνα µε το άρθρο 39 του Ν. 2084/1992 , ο νέος ασφαλισµένος ( µετά την 1-1-1993 ) µηχανικός και εργολήπτης Δηµοσίων Έργων, ο οποίος είναι εγγεγραµµένος στο Μ.Ε.Ε.Π. ασφαλίζεται υποχρεωτικά βάσει του άρθρου 20 του Ν. 3518/06 µόνο στον Κλάδο 3 Εφάπαξ Παροχών του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. (νυν Τοµέας Εφάπαξ Παροχών Μηχανικών και Εργοληπτών Δηµοσίων Έργων του Ε.Τ.Α.Α.) Τ.Π.Μ.Ε.Δ.Ε. και δεν υπάγεται υποχρεωτικά και στην ασφάλιση του Ταµείου Πρόνοιας Εργοληπτών Δηµοσίων Έργων ( νυν Τοµέας Πρόνοιας Εργοληπτών Δηµοσίων Έργων ) Τ.Π.Ε.Δ.Ε.

 Γνωµοδότηση αριθµός 175/2012 του Ν.Σ.Κ. 

Στην περίπτωση της υποχρεωτικής ασφάλισης του νέου ασφαλισμένου μηχανικού εργολήπτη, μόνο στον κλάδο πρόνοιας του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. (νυν Τομέα Πρόνοιας Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ε.Τ.Α.Α.) ΔΕΝ υφίσταται υποχρέωση βάση της Υ.Α. Α.48271 της 26Αυγ./9Σεπτ. 1960 να προσκομίζει ο μηχανικός εργολήπτης κατά τη συμμετοχή του σε δημόσιους διαγωνισμούς δημοσίων έργων και βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας του Τομέα Πρόνοιας Εργοληπτών Δημοσίων Έργων 

Απόφαση 38049/8205 ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ - ΔΥΤ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Αφορά στελέχη ασφαλισμένα πριν την 1-1-1993

"Δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού του διαγωνιζόμενου η μη υποβολή στο φάκελο των δικαιολογητικών πιστοποιητικού ασφαλιστικής ενημερότητας του Τ.Π.Ε.Δ.Ε. για τα στελέχη της επιχείρησης, η οποία σαφώς δεν ζητείται, ενώ αντιθέτως γίνεται ειδική μνεία για την προσκόμιση ασφαλιστικής ενημερότητας των στελεχών της επιχείρησης προς το ΤΣΜΕΔΕ"

Δείτε την ΕΔΩ

 Απόφαση αριθµ. 202/2013 ΔΕΥΑΚ ΝΕΟ

Αφορά στελέχη ασφαλισμένα πριν την 1-1-1993

όφειλε η ενισταµένη να έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που αφορούν την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σύµφωνα µε την Ελληνική νοµοθεσία, τα δε πιστοποιητικά έπρεπε να προέρχονται από όλους τους ασφαλιστικούς οργανισµούς σύµφωνα µε την διακήρυξη που το ζητά επί ποινή αποκλεισµού, ο δε ......................... δεν προσκόµισε και πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενηµερότητας του Τ.Π.Ε.∆.Ε. , ως ασφαλισµένος προ του 1993, σύµφωνα µε το νόµο και την µε αριθ. 175/2012 γνωµοδότηση του Ν.Σ.Κ

 

ΔΙΑΚΟΠΗ ΕΡΓΑΣΙΩΝ-ΔΙΑΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Αποφάσεις Σχετικές

  • Δίδεται στον ανάδοχο το δικαίωμα να διακόψει τις εργασίες, σε περίπτωση μη πληρωμής λογαριασμού.  Το δικαίωμα αυτό του αναδόχου, ασκείται υπό την προϋπόθεση της κοινοποίησης στην διευθύνουσα υπηρεσία της ειδικής έγγραφης δηλώσεως, η οποία πέρα από την κοινοποίηση αυτής με δικαστικό επιμελητή πρέπει να περιέχει απαραίτητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 62 παρ. 3 του ΚΔΕ, άλλως δεν επιφέρει τα αποτελέσματα της και ο εργολήπτης εκτίθεται σε κινδύνους.  Προϋπόθεση επιπλέον είναι σύμφωνα με την νομολογία (ΑΠ 1127/2006) ο λογαριασμός με αφορμή την μη πληρωμή του οποίου γίνεται η ειδική δήλωση διακοπής να πληροί τους όρους της νομιμότητας. (Σχετική και η 2079/1999 ΣτΕ).
  • Διακοπή εργασιών,  που οφείλεται σε υπαιτιότητα του κυρίου του έργου,  στοιχειοθετεί για τον ανάδοχο δικαίωµα για αποκατάσταση των θετικών ζηµιών,  οι οποίες επήλθαν σε βάρος του µετά την υποβολή της ειδικής δήλωσης διακοπής των εργασιών. ΔΕφΑθ 3414/93 σελ. /τ.1994
  • 1384/2002. Δημόσια έργα. Υπέρβαση συνολικής συμβατικής προθεσμίας. Δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει τη διάλυση της σύμβασης, εφόσον δεν είναι υπαίτιος για την καθυστέρηση. Παρατάσεις που οφείλονται σε έγκριση επιπλέον εργασιών και αύξηση του αντικειμένου της εργολαβίας δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα της αναδόχου εταιρείας. Νόμιμη η άρνηση της αναδόχου για εκτέλεση εργασιών, για τις οποίες, όπως έπρεπε να προηγηθούν ενέργειες της Διοίκησης.
  • Στην αποζημίωση του έργου για την διάλυση της σύμβασης δεν συνυπολογίζονται οι δαπάνες για τη διατήρηση σε ετοιμότητα των πλωτών μέσων κατά τα χρονικά διαστήματα που δεν μπορούσαν να εκτελεσθούν εργασίες, ούτε οι δαπάνες για μισθοδοσία των υπαλλήλων της, επειδή δεν υπάγονται στην αξία των εκτελεσθειοσών εργασιών ή προσκομισθέντων υλικών ή στο αναπόσβεστο μέρος των εγκαταστάσεων (ΣτΕ 1150/2006).
  • Δεν είναι νόμιμη η δήλωση του αναδόχου περί διακοπής των εργασιών ή και περί διαλύσεως της εργολαβίας, όταν αυτός δεν έχει εκπληρώσει τις προς το Ι.Κ.Α. υποχρεώσεις του (ΣτΕ Α΄2079/99).
  • Η υπέρβαση της οριακής προθεσμίας του άρθρου 5 παρ. 4 του ν. 1418/84, δίνει το δικαίωμα στον ανάδοχο να διαλύσει τη σύμβαση. Ως οριακή προθεσμία νοείται η αρχική συμβατική (και όχι όπως προέκυψε μετά από παρατάσεις που δόθηκαν έστω και με αίτηση του αναδόχου) πλέον 1/3 αυτής (ΔΕΠειρ 1394/94, ΔιΔ 1997, 981).
  • Αν ο ανάδοχος συμφωνεί μπορεί να ματαιωθεί η διάλυση, με αποζημίωσή του για τις θετικές ζημιές που υπέστη από την καθυστέρηση της έναρξης ή την διακοπή των εργασιών (9 παρ. 4 ν. 1418/84 και 49 ΠΔ 609/85).
  • Ο ανάδοχος που κατόπιν αιτήσεώς του πέτυχε την παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης του έργου, δεν αποκλείεται να ζητήσει την αποκατάσταση των θετικών ζημιών τις οποίες υπέστη ως εκ της υπερημερίας του κυρίου του έργου, παρότι δεν άσκησε προηγουμένως το δικαίωμά του να ζητήσει τη διάλυση της σύμβασης (ΣτΕ Α΄4/2001). 
  • Ως αρχικό χρηματικό αντικείμενο της σύμβασης, επί του οποίου υπολογίζεται το ποσοστό του τεκμαιρόμενου οφέλους του αναδόχου επί διαλύσεως της συμβάσεως, νοείται το ποσό που συμφωνήθηκε να λάβει ο ανάδοχος ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, στο ποσό δε αυτό δεν περιλαμβάνεται το τυχόν προβλεπόμενο κονδύλι αναθεώρησης γιατί η σχετική πρόβλεψη έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα για τον ανάδοχο, αποσκοπώντας στην ελάφρυνσή του από την αύξηση των τιμών των υλικών, των ημερομισθίων κ.ο.κ. (και δεν αποτελεί αντάλλαγμα για εκτέλεση εργασιών), αφορά δε ποσό επιγενόμενο το οποίο δεν είναι σίγουρο ότι θα προκύψει κατά την πορεία εκτέλεσης του έργου (ΣΤΕ 1225/2001, ΕλΔνη 51, 365).
  • Ως εγκαταστάσεις που δεν αποσβέστηκαν θεωρούνται οι εγκαταστάσεις εκείνες που έχουν κατασκευαστεί κατά τρόπο μόνιμο και ειδικό στο εργοτάξιο, ώστε να μην είναι δυνατή ούτε χρήσιμη η αποξήλωση, η μεταφορά και η χρησιμοποίησή τους από τον εργολάβο σε άλλο έργο, δηλαδή αυτές που η χρησιμότητά τους εξαντλείται μόνο στην εκτέλεση του έργου, για το οποίο έγιναν (Εφ.Αθην. 4549/1981).
  • Έτσι μηχανήματα που αυτομεταφέρονται, αυτοκίνητα και υπόλοιπα εργαλεία δεν είναι εγκαταστάσεις και συνακόλουθα η δαπάνη μεταφοράς, αποξήλωσης και αποκομιδής τους δεν αποζημιώνεται, αφού δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την διάλυση της εργολαβίας, για το λόγο ότι αυτή ο εργολάβος θα την επιβαρύνονταν και αν ακόμα η σύμβαση έληγε κανονικά (Εφ.Κρ. 406/86 ΝΔΕ 34/1 τόμ.Α΄)

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ

  • Αποζημίωση από μη εκτέλεση εργασιών χωρίς συνυπολογισμό αναθεώρησης

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ VII

Συνήλθε στην αίθουσα διασκέψεων του Καταστήματός του, που βρίσκεται στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Γραμματέως του Βασιλικής Τσιαντή.

 το Τμήμα κρίνει ότι εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η σύμβαση ανάθεσης του ως άνω δημοτικού έργου διαλύθηκε από υπαιτιότητα του Δήμου και δεν είχαν εκτελεστεί καθόλου εργασίες, νομίμως καταρχήν καταβάλλεται στον ανάδοχο του έργου αποζημίωση για το τεκμαιρόμενο όφελος από τη μη εκτέλεση εργασιών, αφού η καταβολή του δεν προϋποθέτει την εκτέλεση εργασιών, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου διαφωνίας. Πλην όμως η δαπάνη αυτή, κατά τα ειδικότερα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, δεν είναι νόμιμη, καθόσον εσφαλμένως συνυπολογίστηκε στο αρχικό συμβατικό αντικείμενο για τον προσδιορισμό της εν λόγω αποζημίωσης η δαπάνη αναθεώρησης,

  • Αποζημίωση αναδόχου έργου λόγω ευθύνης του δημοσίου

Δικαστήριο:ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΑΘΗΝΑ 3296 Αριθ. Απόφασης 2005

Περίληψη : Μετά τη διάλυση δημόσιας συμβάσεως , η αποζημίωση για το τεκμαιρόμενο όφελος καθώς και κάθε άλλη προβλεπόμενη από αυτές αποζημίωση του αναδόχου κανονίζεται με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, κατά την έγκριση του πρωτοκόλλου παραλαβής και μετά από πρόταση της επιτροπής παραλαβής του έργου. Διάλυση σύμβασης με υπαιτιότητα του κυρίου του έργου, για το λόγο ότι η μελέτη στατικής και αντισεισμικής επάρκειας του παλαιού κτιρίου διαφοροποιούσε σημαντικά το συμβατικό αντικείμενο του έργου και αύξανε τη δαπάνη αυτού. Αποδοχή της διάλυσης από την ανάδοχο του έργου, η οποία επέχει τη θέση της βεβαίωσης για την περαίωση των εργασιών. Μη εκτέλεση εργασιών μέχρι τη διάλυση της σύμβασης και, συνεπώς, αφενός δεν απαιτείτο η υποβολή εκ μέρους της αναδόχου τελικής επιμέτρησης και αφετέρου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για διενέργεια ταυτόχρονης προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου. Επειδή προϋπόθεση για τον καθορισμό της αποζημίωσης για το τεκμαιρόμενο όφελος είναι η διενέργεια παραλαβής του έργου, ο κύριος του έργου υποχρεούται να προβεί σε ταυτόχρονη προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου. Παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας από τον κύριο του έργου που συνάγεται με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως της αναδόχου περί παραλαβής του έργου.

  • Περίπτωση παράνομου αποκλεισμού εργολάβου από διαγωνισμό. Υποχρέωση της Διοίκησης για αποζημίωσή του .

Δικαστήριο:ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ  531 Αριθ. Απόφασης 2002

  Ευθύνη Δημοσίου κατ’ άρθ. 105 Εισ.ΝΑΚ .Προϋποθέσεις επιδίκασης αποζημίωσης . Περιεχόμενο αποζημίωσης . Περίπτωση παράνομου αποκλεισμού εργολάβου από διαγωνισμό. Υποχρέωση της Διοίκησης για αποζημίωσή του .

        Επειδή , τέλος το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι δεν δικαιούται να λάβει το επίδικο ποσό ως αποζημίωση αφού σ’ αυτό που αναφέρει στην αγωγή του περιλαμβάνονται εκτός από το εργολαβικό κέρδος και δαπάνες στις οποίες δεν έχει υποβληθεί , ούτε πιθανολογείται η επίτευξη του εν λόγω ποσού , λόγω του ότι δεν έλαβε κάποια προπαρασκευαστικά μέτρα. Σχετικά με το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης , ο εκκαλών – εφεσίβλητος με την κρινόμενη έφεσή του υποστηρίζει ότι ο υπολογισμός των διαφυγόντων κερδών του έπρεπε να γίνει ή με βάση το ποσοστό 18% με το οποίο ο ίδιος στην αγωγή του έκανε τον υπολογισμό ή επικουρικά με το ποσοστό τεκμαρτού κέρδους που ορίζει ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος για τον υπολογισμό του φορολογητέου κέρδους των εργοληπτών επιχειρήσεων δημοσίων έργων , όπου σύμφωνα με αυτό η αποζημίωση του πρέπει να καθορισθεί σε 10.000.609 δρχ. , δηλ. σε ποσοστό 10% επί της αρχικής αξίας του έργου προσαυξημένου κατά τις αναθεωρήσεις.

     Επειδή σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά προηγουμένως , από τον παράνομο αποκλεισμό του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου από το διαγωνισμό για την εκτέλεση του έργου «Κατασκευή ………………..» υπέστη ζημία δεδομένου ότι αν εξέλιπε η παρανομία αυτή , θα είχε οπωσδήποτε κηρυχθεί μειοδότης , αυτό άλλωστε έγινε δεκτό από τη Διοίκηση με την …./1994 προαναφερόμενη απόφαση , και θα είχε αποκομίσει το νόμιμο εργολαβικό κέρδος το οποίο λόγω της παρανομίας απώλεσε. Για το λόγο αυτόν πρέπει να του επιδικασθούν ως αποζημίωση τα διαφυγόντα κέρδη από τη μη σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης με το δημόσιο και τούτο ανεξάρτητα από την απόδειξη λήψης προπαρασκευαστικών μέτρων , δεδομένου ότι η δυνατότητα εκ μέρους του να κατασκευάσει το έργο αποδεικνύεται από το ότι είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εργοληπτών Επιχειρήσεων , δηλαδή έχει κριθεί η ικανότητά του να αναλαμβάνει την κατασκευή δημοσίων έργων αρμοδίως και σε χρόνο προγενέστερο από τον κρίσιμο.

  • Υποχρέωση του κυρίου του έργου, είναι η παράδοση στον ανάδοχο του χώρου, που θα κατασκευασθεί το έργο, ελεύθερου από κάθε εμπόδιο

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  25 Αριθ. Απόφασης 2004 

  Βασική συμβατική υποχρέωση του κυρίου του έργου, είναι η παράδοση στον ανάδοχο του χώρου, που θα κατασκευασθεί το έργο, ελεύθερου από κάθε εμπόδιο (νομικό ή πραγματικό) και η διατήρησή του στην κατάσταση αυτή, καθόλη τη διάρκεια του έργου. Η μη εκπλήρωση των άνω υποχρεώσεων, καθιστά τον κύριο του έργου υπερήμερο, κατ΄άρθρο 7 παρ.2 ν. 1418/84, και γεννά υποχρέωσή του προς αποζημίωση του αναδόχου για τις θετικές ζημίες αυτού, από την επίδοση της σχετικής έγγραφης όχλησης. Οχληση εκ μέρους του αναδόχου, σε περίπτωση κατάληψης από περιοίκους του χώρου που εκτελούνται εργασίες.

ΤΟΚΟΦΟΡΙΑ

  • Με πρόσφατη απόφαση του το Ειρηνοδικείο Αθηνών έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη του νόμου 4072/2012 άρθρο 326 παρ. 5, η οποία ορίζει ότι προϋπόθεση για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου συνιστά η προηγούμενη καταβολή εγγυητικής επιστολής Τράπεζας ισόποσης με το επιδικασθέν ποσό.

    Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ των άλλων λόγων ανακοπής που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο κατά διαταγής πληρωμής που εξέδωσε κατά αυτού η καθ’ ής εταιρεία, ότι ο λόγος ανακοπής της διαταγής πληρωμής  - η εν λόγω εταιρεία δεν έχει καταβάλει ισόποση εγγυητική επιστολή τράπεζας- είναι αντισυνταγματικός και άρα απορριπτέος. Το Δικαστήριο θεμελιώνει την αντισυνταγματικότητα του ως άνω λόγου και κατ’ επέκταση της αντίστοιχης διάταξης του νόμου, στο γεγονός ότι μία τέτοια ρύθμιση αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας που θεμελιώνεται στο Σύνταγμα με το άρθρο 4 παρ. 1, στην αρχή της δικαστικής προστασίας που ορίζεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στην αρχή της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης όπως κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

    Το Δημόσιο έχει εν γένει το τεκμήριο του ισχυρότερου ς από κάθε άποψη έναντι των ιδιωτών και συνεπώς, η ως άνω διάταξη του νόμου 4072/2012 θεμελιώνει προνόμιο μόνο υπέρ του Δημοσίου και θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση αυτού, η οποία συνεπάγεται αυθαιρέτως δυσμενέστερη μεταχείριση έναντι των ιδιωτών. Η καταβολή προηγούμενης εγγυητικής επιστολής εκ μέρους του ιδιώτη είναι υπέρμετρα δεσμευτική, και παράλληλα ενάντια στο θεμελιωμένο δικαίωμα του για δικαστική προστασία και απονομή δικαιοσύνης, δεδομένου ότι αυτός είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος.

  • 2/2011 ΕΣ (ΠΡΑΞΗ-Τμ. VII) ( 544390)

Πληρωμή τόκων υπερημερίας σε ηλεκτρολόγο μηχανικό του οποίου η πληρωμή είχε καθυστερήσει. Εφαρμοστέα διάταξη για τον υπολογισμό των σχετικών τόκων. Κρίση ότι νομίμως ο σχετικός υπολογισμός έγινε με βάση τις διατάξεις του π.δ. 166/2003, διότι οι διατάξεις αυτές αποτελούν μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων Οδηγίας και κατισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης της εσωτερικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου είναι αποκλειστικώς εφαρμοστέες έναντι της διάταξης της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984.

  • Δ.Εφ.Αθ.1042/1999.(…)

Επειδή, στο άρθρο 422 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι : « Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί….» Στο άρθρο δε 423 αυτού ορίζεται ότι : «Εάν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό». Από το συνδυασμό των πιό πάνω ενδοτικού δικαίου διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων χρεών, εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Καταρχάς, το ίδιο δικαίωμα έχει ο οφειλέτης και αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εάν, όμως, στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης δεν ορίσει διαφορετικά κατά την καταβολή, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο, ενώ αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά, διαφορετική από αυτήν, ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν όμως έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη (ΑΠ 150/2000, 1383/2008, κ.ά).

  • ΣτΕ 3223/2004, 1494/99,2092-3/1996στηρίζουν την άποψη περί επιβολής επιτοκίου υπερημερίας χωρίς όχληση,
  • ΣτΕ 776/2006, 384/2007   η όχληση  είναι απαραίτητη
  • 776/2006 Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας «σε περίπτωση που η διευθύνουσα υπηρεσία καθυστερήσει υπαιτίως να συντάξει και στη συνέχεια η προϊσταμένη αρχή να εγκρίνει συγκριτικό πίνακα, αν και ο ανάδοχος έχει οχλήσει προς τούτο τις εν λόγω υπηρεσίες καθ’ οιονδήποτε τρόπον, τόκοι υπερημερίας οφείλονται από την πάροδο ευλόγου χρόνου από την όχληση αυτή και όχι από την πάροδο διμήνου από την, μετά την έγκριση του συγκριτικού πίνακα, υποβολή προς έγκριση της οικείας πιστοποιήσεως. Και τούτο διότι, άλλως, η, λόγω υπαιτιότητος του κυρίου του έργου, καθυστέρηση της συντάξεως και εγκρίσεως του συγκριτικού πίνακα θα απέβαινε εις βάρος του αναδόχου, εφόσον, αν δεν έχουν εγκριθεί υπερσυμβατικές εργασίες με συγκριτικό πίνακα, ο ανάδοχος δεν μπορεί να υποβάλει πιστοποίηση περιλαμβάνουσα την αμοιβή του για τις εργασίες αυτές».
  • 420/2003 Απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης «….. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 5 παρ. 8 του ν. 1418/84 ρυθμίζει τη συνηθισμένη περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής και υπερημερίας του κυρίου του έργου και ότι, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, η καθυστέρηση στην πληρωμή του αναδόχου για εργασίες που έχει εκτελέσει, η οποία οφείλεται σε αβάσιμες διαφωνίες των οργάνων διοικήσεως του έργου, εξομοιώνεται ως προς τις έννομες συνέπειές της με την καθυστέρηση πληρωμής εγκεκριμένων λογαριασμών, η δε ένσταση ή η αίτηση θεραπείας του αναδόχου προς αναγνώριση της εκτέλεσης των εργασιών συνιστά και όχληση για την πληρωμή της αξίας των αμφισβητουμένων εργασιών, αφού η κατ` άρθρο 5 παρ. 8 ν. 1418/84 όχληση δεν απαιτείται να περιβληθεί ειδικό τύπο (ΔΕφΑθ 3918/2000, βλ. και ΣτΕ 2092, 2093/1996, ΔΕφΑθ 159/1988, ΔιΔικ 1, σελ. 1115, πρβλ. ΔΕφΑθ 217/87.)
  • ΠΟΛ: 1131/2-11-2007  φορολογικά αντιμετώπιση των επιδικασθέντων τόκων, οι οποίο θεωρούνται  ως εισόδημα από κινητές αξίες και όχι ως εργολαβικό αντάλλαγμα από την κατασκευή του έργου « …και επομένως, υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου 20%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε..»
  • Σχετική νομοθεσία

Παρ. 9 άρθρου 53 ΚΔΕ:   «Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού  καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέρα του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται , αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκς υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003 (ΦΕΚ Α΄38) και ο ανάδοχος  μπορεί να διακόψει τις εργασίες αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση».

ΠΔ 166/2003 (ΦΕΚ Α΄ 138/5-6-2003),  άρθρο 4:   «Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου [«επιτόκιο αναφοράς»] προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες [«περιθώριο»], εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες».

«Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση»

Π.Δ. 166/2003

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΓΓΥΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

  • Αν καθυστερήσει η επιστροφή ο ΚτΕ βαρύνεται με την προμήθεια της τράπεζας που αντιστοιχεί στο χρόνο καθυστέρησης και με τόκο υπερημερίας (ΔΕΑ 1624/95).
  • Τυχόν ακύρωση της έκπτωσης, με αποδοχή από το Εφετείο της σχετικής προσφυγής δεν αναβιώνει την εργολαβική σχέση, αν στο μεταξύ οι υπολειπόμενες εργασίες ανατέθηκαν σε άλλο εργολάβο, πλην γεννά άλλες συνέπειες όπως η αξίωση αποζημίωσης, ενώ αίρονται οι άλλες δυσμενείς συνέπειες όπως η κατάπτωση των ποινικών ρητρών (ΔΕΘες. 232/90, ΕφΚρ 78/87).
  • Περίληψη της Γνωμοδότησης Ν.Σ.Κ. 239/2007:

Προϋποθέσεις υπό τις οποίες υποβολή πλαστών εγγυητικών επιστολών από ανάδοχο δημοσίου έργου καθιστά την κήρυξη εκπτώσεως δυσανάλογη ή καταχρηστική.~~

Υποβολή πλαστής εγγυητικής επιστολής κατά το προσυμβατικό στάδιο αποτελεί αντισυμβατική και κακόπιστη συμπεριφορά κατά το άρθρο 197 ΑΚ. Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται από μεταγενέστερη υποβολή ισόποσης γνήσιας εγγυητικής επιστολής, όταν η Διοίκηση πληροφορείται την πλαστότητα μετά την υπογραφή της συμβάσεως. Η κατάθεση πλαστών εγγυητικών επιστολών κατά το συμβατικό στάδιο, αποτελεί κακόπιστη και αντισυμβατική συμπεριφορά με την οποία κλονίζεται δικαιολογημένα η εμπιστοσύνη της αναθέτουσας αρχής στον ανάδοχο. Επειδή, η έκπτωση του αναδόχου επέρχεται με μονομερή πράξη της Διοικήσεως που κατά το συμβατικό στάδιο εκδίδεται κατά διακριτική ευχέρεια και αποτελεί το έσχατο μέσο αμύνης του κυρίου του έργου, θα πρέπει να μην είναι δυσανάλογη υπό την έννοια αφ` ενός μεν να μην είναι υπέρμετρα επαχθής για τον ανάδοχο, αφ`ετέρου δε να μην είναι αντίθετη προς το συμφέρον του έργου. Όταν όμως,καλύπτονται από τον ανάδοχο τα ποσά που αντιστοιχούν στις πλαστές εγγυητικές επιστολές, έχουν εκτελεσθεί τα 4/5 του έργου και έχει βεβαιωθεί η σύμφωνη με τη σύμβαση ποιότητα των χρησιμοποιηθέντων υλικών και των εκτελεσθεισών εργασιών, η κήρυξη της εκπτώσεως αποτελεί δυσανάλογο μέτρο κυρίως από απόψεωςτου συμφέροντος του έργου.~~

  • Γνωμοδότηση 242/1996 του Ν.Σ.Κ.

Η υπόψη γνωμοδότηση πραγματεύεται την ισχύ της εγγυητικής συμμετοχής σε Διαγωνισμό Δημοσίου Έργου. Η εγγυητική συμμετοχής ισχύει και πέραν της ισχύος προσφοράς, δηλαδή ενώ η ισχύς προσφοράς διαρκεί έξι μήνες, η εγγυητική ισχύει έξι μήνες και τριάντα ημέρες, ήτοι ισχύει και τριάντα ημέρες μετά τη λήξη της ισχύος προσφοράς. Όμως, η παρούσα γνωμοδότηση, αφήνει ενδεχόμενο νομιμότητας στο να ζητηθεί η εν λόγω εγγυητική από τον ανάδοχο αμέσως μετά τη λήξη του εξαμήνου από το διαγωνισμό, ήτοι τριάντα ημέρες προ της λήξης της υπόψη εγγυητικής.

  • Απόφαση 3851/2002 του Σ.τ.Ε.

            Η υπόψη απόφαση αναφέρεται σε νομική δυνατότητα εταιρείας να προβεί σε αίτηση ακύρωσης κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής.

Εγκατάσταση στην Ελλάδα αλλοδαπών εμποροβιομηχανικών εταιρειών. Η χορήγηση εγγυητικής επιστολής από τράπεζα προς αλλοδαπή εταιρεία σκοπεί στη συμμόρφωση της εταιρείας στην κείμενη νομοθεσία και στους όρους της εγκριτικής απόφασης. Η δήλωση του οικείου διοικητικού οργάνου που επιφέρει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής δημιουργεί διοικητική διαφορά, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη σύσταση οφειλής προς το Δημόσιο, ενώ κατά το μέρος που ασκείται το συμβατικό δικαίωμα του Δημοσίου έναντι της Τράπεζας, η διαφορά παραμένει ιδιωτική. Η πράξη που επιφέρει την κατάπτωση του ποσού της εγγυητικής επιστολής προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης.

ΠΑΡΑΤΑΣΗ

Σχετικές αποφάσεις

  • ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΜΗΜΑ VII 103/2009

 Είναι δε νόμιμη η παράταση της προθεσμίας περαίωσης του έργου όταν χορηγείται, με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, κατόπιν γνωμοδότησης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, είτε μετά από σχετική αίτηση του αναδόχου είτε και χωρίς αίτηση αυτού, αλλά εντός της ανωτέρω συμβατικής προθεσμίας. Παράταση της προθεσμίας χορηγηθείσα μετά τη λήξη της προηγούμενης δεν αποτελεί κατά νομική ακριβολογία παράταση αυτής, εφόσον λαμβάνει χώρα μετά την εκπνοή της και πέραν από την καταληκτική ημερομηνία της, αλλά χορήγηση νέας προθεσμίας, η οποία όμως δεν προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις περί δημοσίων έργων (βλ. Πράξεις VII Τμ. 58, 86/2006). Κατά συνέπεια, δαπάνες που αφορούν σε εργασίες δημόσιου έργου, οι οποίες έχουν εκτελεσθεί κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, δηλαδή μετά την εκπνοή της συμβατικής προθεσμίας εκτέλεσης του έργου ή των νόμιμα χορηγηθεισών παρατάσεων αυτής, δεν είναι νόμιμες. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε σε αποδοχή της δυνατότητας καταστρατήγησης των σχετικών περί προθεσμιών διατάξεων, η τήρηση των οποίων, υπαγορεύεται από λόγους δημόσιας τάξης, εφόσον συνδέονται άμεσα με το δημόσιο συμφέρον ολοκλήρωσης και παράδοσης ενός δημοσίου έργου (πρβλ. Πράξεις VII Τμ. 19, 86/2006, 252/2007, IV Τμ.67/1995, 35/1998).

  • Η απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, περί παράτασης της συμβατικής προθεσμίας, πρέπει να εκδίδεται πριν από τη λήξη της αρχικής ή της νόμιμα παραταθείσας προθεσμίας περάτωσης του έργου. Παράταση της προθεσμίας, που χορηγήθηκε μετά τη λήξη της προηγούμενης, δεν αποτελεί όντως παράταση αυτής, αλλά χορήγηση νέας προθεσμίας, η οποία δεν προβλέπεται από τις διατάξεις περί δημοσίων έργων. Αν δε σ” αυτή την απόφαση χορήγησης νέας προθεσμίας, ορισθεί ότι η ισχύς της ανατρέχει στο χρόνο λήξης της προηγούμενης προθεσμίας, ο σχετικός όρος αυτής δεν είναι νόμιμος, καθόσον κατά γενική αρχή του Διοικητικού Δικαίου, η οποία κάμπτεται μόνο με αντίθετη ρύθμιση νόμου, οι διοικητικές πράξεις -και τέτοια είναι η πράξη χορήγησης προθεσμίας- δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ. Συνεπώς, εξωσυμβατικές εργασίες που εκτελούνται μετά την λήξη της συμβατικής προθεσμίας ή μη νόμιμα χορηγηθεισών παρατάσεων αυτής, είναι μη νόμιμες. (Πράξεις IV Τμημ. Ε.Σ. 38/92, 140/94, 67/95, 2/96).
  • Δεν είναι νόμιμη η παράταση, που χορηγείται, μετά τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας καθώς κι η κατά τη διάρκεια της παράνομης αυτής παράτασης, εκτέλεση εργασιών (Σχετ. πράξ. 116/1993 και 21/1993 του IV Τμήματος του Ε.Σ.).
  • Επομένως, δεν είναι σύννομη η έγκριση παράτασης της συνολικής προθεσμίας και υπογραφή της Σ.Σ., μετά τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας (έγγρ. αριθ. 2/26857/0026/11-8-03 Γ.Λ.Κ.).
  •  Παράταση που χορηγήθηκε μετά τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας μαζί με τυχόν παρατάσεις δεν συνιστά παράταση, αλλά χορήγηση νέας προθεσμίας που δεν προβλέπεται από τις διατάξεις περί ΔΕ και δεν έχει αναδρομική ισχύ όπως όλες οι διοικητικές πράξεις. Συνεπώς εξωσυμβατικές προθεσμίες μετά την εκπνοή της συμβατικής προθεσμίας ή μη νομίμων παρατάσεων (οριστική παραλαβή) είναι μη νόμιμες (Πρ.ΕΣ IV Τμήμα 140/94, 2/96). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διότι δεν μπορεί να ευθύνεται ο ανάδοχος για τιςκαθυστερήσεις της Διοίκησης.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ IV

Αριθμ.Πράξεως 0002
Αριθμ Συν/σεως 1η 13-1-2004

Περαιτέρω, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, πλην άλλων, οι συστατικές ατομικές διοικητικές πράξεις δεν έχουν αναδρομική ισχύ, δηλαδή τα έννομα αποτελέσματα τους δεν μπορούν να ανατρέξουν σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας έκδοσης τους ή κοινοποίησης τους, όταν η τελευταία απαιτείται, εκτός εάν τούτο ρητά επιτρέπεται, ή σαφώς προκύπτει από διάταξη νόμου, είτε όταν η Διοίκηση εκδίδει πράξη προκειμένου να συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση, είτε τέλος όταν ο χρόνος αναδρομικής ισχύος της ανωτέρω πράξης κρίνεται εύλογος (βλ. σχετ. πραξ. IV Τμ. Ελ. Συν. 54, 55/1996).

  • ΕλΣυν/Επταμ/3053/2011 Η χορήγηση δε εκ των υστέρων (μετά το πέρας του προσυμβατικού ελέγχου της κρινόμενης συμπληρωματικής σύμβασης) της απαιτούμενης παράτασης, που αναφέρει η αιτούσα, ισοδυναμεί με νέα παράταση προθεσμίας, η οποία δεν προβλέπεται από τις διατάξεις περί δημοσίων έργων. Πιθανή απόφαση για τη χορήγηση νέας προθεσμίας, η οποία θα ανατρέχει στο χρόνο λήξης της προηγούμενης προθεσμίας, είναι μη νόμιμη, καθόσον κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία κάμπτεται μόνο με αντίθετη ρύθμιση νόμου, οι διοικητικές πράξεις, όπως είναι και η πράξη χορήγησης προθεσμίας, δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ. 

ΕΚΠΤΩΣΗ

Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς 534/2005

Περίπτωση δε καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων του δανειστή για είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, υφίσταται όταν ο τελευταίος ζητεί την πληρωμή αυτής, επικαλούμενος απλώς και μόνον τον συμβατικό όρο ότι είναι καταβλητέα «σε πρώτη ζήτηση», με σκοπό να αποφύγει την προβολή ενστάσεων, περί του ότι δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος κατάπτωσης αυτής, λόγω ανυπαρξίας των με αυτήν ασφαλιζομένων απαιτήσεων, επιδιώκοντας κατ” αυτόν τον τρόπο, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη, κατ” εντολή και με χρήματα του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή. Ενώ πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο στην περίπτωση αυτή είναι η προσωρινή υποχρέωση του δανειστή να μην εισπράξει και της Τράπεζας να μην καταβάλει το ποσόν της εγγυητικής επιστολής (ΜΠΑ 7913/1998 οπ). Τέλος, να λεχθεί, ότι η διαφορά που δημιουργείται σε σχέση με την κατάπτωση ή μη της εγγυητικής επιστολής απορρέει απ” αυτήν την ίδια και μόνον, αφού αφορά την αξίωση του δανειστή κατά του εγγυητή για πληρωμή του ποσού αυτής και όχι την αξίωση του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη, που καλύπτεται από την εγγυητική. Συνεπώς η εν λόγω διαφορά, πηγάζουσα από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, είναι ιδιωτική, ανεξάρτητα από τη φύση των αξιώσεων του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη (Δ.Εφ.Α. 4226/90 Δίκη 1991. 1197, ΕΔΚΑ 1991.371, Ελ,Συν. 3889/02, ΔΠρΑ 3508/2000, ΜΠΠ 3894/02).

Προστασία αναδόχου από κατάπτωση της εγγυητικής

ΠολΔ 731.- Προσωρινή απαγόρευση κατάπτωσης και είσπραξης του ποσού εγγυητικής επιστολής, λόγω κατάχρησης δικαιώματος

Ο οφειλέτης, επικαλούμενος περιστατικά, τα οποία καθιστούν την αξίωση του δανειστή για κατάπτωση και είσπραξη εγγυητικής επιστολής καταχρηστική, δικαιούται ν’ αξιώσει απ” αυτόν να παραλείψει την είσπραξη και αντίστοιχα ν’ αξιώσει απο την εγγυήτρια τράπεζα να μην πληρώσει την εγγυητική επιστολήΣε σχέση με το δικαίωμά του αυτό, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει και προσωρινή δικαστική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 682, 731, 732 ΠολΔ.

Περίπτωση καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων του δανειστή για είσπραξη της εγγυητικής επιστολής υπάρχει όταν εκείνος ζητεί την πληρωμή της, επικαλούμενος απλώς και μόνον τον συμβατικό όρο οτι είναι καταβλητέα «σε πρώτη ζήτηση», με σκοπό ν’ αποφύγει την προβολή ενστάσεων, αναφορικά με το συντρέχει ουσιαστικός λόγος κατάπτωσης αυτής, λόγω ανυπαρξίας των ασφαλιζομένων απαιτήσεων, επιδιώκοντας κατ” αυτόν τον τρόπο, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη, κατ” εντολή και με χρήματα του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή.

Πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο στην περίπτωση τούτη είναι η προσωρινή υποχρέωση του δανειστή να μην εισπράξει και της τράπεζας να μην καταβάλει το ποσόν της εγγυητικής επιστολής.

Τυχόν ακύρωση της έκπτωσης, με αποδοχή από το Εφετείο της σχετικής προσφυγής δεν αναβιώνει την εργολαβική σχέση, αν στο μεταξύ οι υπολειπόμενες εργασίες ανατέθηκαν σε άλλο εργολάβο, πλην γεννά άλλες συνέπειες όπως η αξίωση αποζημίωσης, ενώ αίρονται οι άλλες δυσμενείς συνέπειες όπως η κατάπτωση των ποινικών ρητρών (ΔΕΘες. 232/90, ΕφΚρ 78/87).

ΣΤΑΛΙΕΣ

Δικαστήριο: ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ  227/2004

Αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για τις θετικές του ζημίες, που προκαλούνται μετά την επίδοση από αυτόν έγγραφης όχλησης και όχι για προγενέστερο της όχλησης χρόνο. Η όχληση πρέπει να έχει περιεχόμενο ακριβές και σαφές και να αναφέρεται στην οφειλομένη παροχή, αλλιώς δεν έχει νομική ενέργεια.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ     236 Αριθ. Απόφασης  2002 

για να καταστεί δυνατός ο έλεγχος αυτός η υποβαλλόμενη από τον ανάδοχο όχληση πρέπει να περιέχει συγκεκριμένα στοιχεία για τα ζημιογόνα αίτια που προκαλούν θετικές ζημιές , λόγω της υπερημερίας του κυρίου του έργου , όπως προκειμένου για αργίες μηχανημάτων και προσωπικού , τα συγκεκριμένα μηχανήματα και οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες που αργούν εξαιτίας της υπερημερίας του κυρίου του έργου (Βλ. και ΔΕΑ 922/98) …..

ΣτΕ 651/2006.

Η όχληση που υποβάλλεται από τον ανάδοχο, κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 1418/1984, δεν απαιτείται να είναι ειδική, δηλαδή αρκεί με αυτήν να προσδιορίζονται συγκεκριμένα το ζημιογόνο γεγονός και η ζημία, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά όλων των επιμέρους στοιχείων που τα εξειδικεύουν και συνεπώς, δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την οποία η από 19.1.1995 όχληση της αιτούσας δεν  πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανωτέρω διάταξης, εφόσον σε αυτήν δεν αναφέρονταν τα ονοματεπώνυμα των αργούντων υπαλλήλων,  τα στοιχεία πρόσληψής τους,  τα στοιχεία γνωστοποίησης στη διευθύνουσα υπηρεσία του επιβλέποντος μηχανικού κλπ., καθώς και οι συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του κυρίου του έργου για την εκπλήρωση των οποίων κατέστη αυτός υπερήμερος, αφού στην όχληση αυτή,  πάντως, αναφέρονταν οι ειδικότητες των αργούντων υπαλλήλων, καθώς και ότι η υπερημερία του κυρίου του έργου αφορούσε σφάλματα της συμβατικής μελέτης. Η όχληση δεν απαιτείται να είναι ειδική, να εξειδικεύει δηλαδή τις ζημιές και το ύψος τους (ΣτΕ 15/93, ΔιΔικ 1994,386). Χωρίς όχληση ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση  (ΔΕΑ 2106/87,  ΝοΒ 36,820).  Η εγγραφή στο ημερολόγιο δεν αποτελεί όχληση (ΔΕΛάρ. 113/89, ΝΔΕ 58/9,ΔιΔικ 1991,449).

Σταλία υποαπασχόλησης προσωπικού

Επίσης, η ανάδοχος ισχυρίσθη ότι προσέλαβε προσωπικό από 75 άτομα, στα οποία κατέβαλε μισθούς ύψους 62.455.234 δρχ. και τα οποία ήτο αναγκασμένη να υποαπασχολεί, αναμένοντας την απόδοση ελευθέρου του χώρου εκτελέσεως των συμβατικών εργασιών από το Δημόσιο. Η ως άνω προσφυγή έγινε εν μέρει δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μετην οποία ετροποποιήθη η τεκμαιρομένη απόρριψη από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. της από25.8.1993 αιτήσεως θεραπείας. Ειδικώτερον, μεταξύ άλλων, απερρίφθη ως απαράδεκτο τοαίτημα της αναιρεσειούσης περί αναγνωρίσεως της δαπάνης για έξοδα προσωπικού δεδομένου ότι, όπως έκανε δεκτό το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, η ανάδοχος δεν υπέβαλε τηνπροβλεπομένη από το άρθρο 7 του ν. 1418/1984 προηγουμένη όχληση

γίνεται σαφής αναφορά στη θετική ζημία, την οποία υφίσταται η ανάδοχος εταιρεία συνεπεία των ανωτέρω περιστατικών, ήτοι την διατήρηση σε αργία των ευρισκομένων σε ετοιμότητα και απαραιτήτων για τις εργασίες μηχανημάτων και προσωπικού, για την οποία θα ζητούσε, στο μέλλον, να της καταβληθεί αποζημίωση με τον κύριο του έργου, με αφετηρία την επίδοση της εν λόγω οχλήσεως, χωρίς να παρίσταται ανάγκη μνείας, κατά ειδικώτερο τρόπο, της ζημίας της αναδόχου και υπάρξεως συγκεκριμένου αιτήματος για ανόρθωση της ζημίας αυτής (βλ.ΣτΕ 651/2006, 1516/2006, 2134/2008, 1209/2009, πρβλ. και ΣτΕ 2671/2003).

Θεμελίωση δικαιώματος αποζημιώσεως του αναδόχου-έννοια θετικής ζημίας

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Ε΄ ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΠΡΑΞΗ 479/2010

«επιπλέον, ακόμα και αν, συνεπεία των ανωτέρω, θεωρηθεί ότι η υπό κρίση σύμβαση αφορά στην καταβολή αποζημίωσης στον ανάδοχο για τυχόν ζημίες που προκύπτουν από την αναμονή των μηχανημάτων και των εργατών κατά την εκτέλεση των ανασκαφικών εργασιών (σταλίες), η δαπάνη αυτή, πέραν του ότι γίνεται χωρίς να προκύπτει η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 36 παρ. 11 ν. 3669/2008 (υπερημερία του κυρίου του έργου, ύπαρξη θετικής ζημίας, έγγραφη όχληση αναδόχου), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμπληρωματικής σύμβασης (βλ. Πρ. Ε΄ Κλ. 69/2009).»

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄ ΑΠΟΦΑΣΗ 769/2011

για τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημιώσεως του αναδόχου λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου, πρέπει στην έγγραφο όχληση του αναδόχου να αναφέρονται τουλάχιστον αφ’ ενός τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά και αφ’ ετέρου οι θετικές ζημίες που προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής (βλ. ΣτΕ2362/2009, 1009/2009, 900/2009, 2746/2008, 163/2007, 1007/2005, 541/2004, 2671/2003).

Εξ άλλου, η ανωτέρω όχληση αρκεί να είναι έγγραφος και δεν απαιτείται να είναι ειδική (βλ.ΣτΕ 1209/2009, 1054/2009, 1009/2009, 900/2009, 1375/2007, 1516/2006, 651/2006,15/1993 7μ.). Περαιτέρω,στην έννοια της θετικής ζημίας περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και το ποσό, το οποίο καταβάλλει ο ανάδοχος για μισθούς και έξοδα (σίτισης, ενδιαίτησης,ασφάλισης κ.λπ.) προσωπικού και μισθώματα μηχανημάτων (λόγω σταλίας) είτε αυτά είναι μισθωμένα, είτε είναι ιδιόκτητα, διότι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για το ποσό που κατεβλήθη για την αγορά τους και αποσβέννυνται, μειουμένης της αξίας των.

Υπερημερία εργοδότη

Από τις πιο βασικές υποχρεώσεις του εργοδότη,  είναι να μην περιέρχεται σε υπερημερία στις εν γένει υποχρεώσεις του, όπως π.χ. στην απόδοση ελεύθερου του χώρου όπου θα εκτελεσθεί το έργο, μετά από την έγκαιρη συντέλεση των απαλλοτριώσεων, αν είναι απαραίτητες, ή στις πληρωμές του.

Εφόσον κριθεί υπερήμερος καταβάλει αποζημίωση στον εργολάβο,  μόνο όμως για τις θετικές του ζημιές (δαπάνες για καταβολή μισθωμάτων μηχανικού εξοπλισμού,  αμοιβών προσωπικού, προμήθειες εγγυητικών επιστολών κλπ -μεταξύ πολλών βλέπ. ΔΕΑ 2853/95 ΔιΔικ 1996,1430) που γεννώνται από την επίδοση γραπτής όχλησης και εφεξής. 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ

ΣτΕ 2134/2008,1007/2005, ΣτΕ 651/2006, 1516/2006, 2134/2008, 1209/2009, πρβλ.  και ΣτΕ 2671/2003 ΣτΕ 1009/2009 ΣτΕ 1375/2007 ΣτΕ 15/93, ΔιΔικ 1994,386

Σχετική νομοθεσία

·                                 Π.Δ. 609/1985, άρθρα 48, 49.

·                                 Ν. 3669/2008, άρθρα 36, 62, 63.

παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 1418/1984 και 11 του άρθρου 36 του ν.3669: «Αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές του ζημίες που προκαλούνται μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης…»

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Σύναψη σύμβασης επιπλέον ποσοτήτων πέραν του 50%

Σχετικές αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις:Σ.τ.Ε.: 3039/2003, 929/2005,  2001/2005, 2029/2004, 204/2006, 727/1995

·Περίληψη της απόφασης Σ.τ.Ε.: 3039/2003:

3039/2003 ΣΤΕ (346947)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Δημόσια έργα. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, κατά ποσότητα ή είδος, η δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το 50% του συνολικού συμβατικού ποσού, δεν δικαιούται αμοιβής ή αποζημιώσεως για τις εργασίες αυτές, εκτός άν τις εκτέλεσε κατόπιν έγγραφης εντολής της Υπηρεσίας ή σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορικής εντολής. Απαιτήσεις που μπορεί να υποβάλει ο ανάδοχος με την τελική επιμέτρηση. Απορρίπτεται η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία (επικυρώνει την αριθμ. 846/1997 ΔΕφΠατρ).

Απόφαση ΕλΣυν/Επταμ/3053/2011

Οι περιστάσεις που επικαλείται για την αιτιολόγηση του απρόβλεπτου η αναθέτουσα αρχή, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης (βλ. αποφ. VI Τμ. Ελ. Συν. 2066/2010, 3359, 3357, 2502, 1780/2009), δεν πρέπει να απορρέουν από δική της ευθύνη (βλ. απόφ. VI Τμ. Ελ. Συν. 707/2010). Περαιτέρω, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να θεωρηθούν ως «συμπληρωματικές εργασίες» οφειλόμενες σε απρόβλεπτα γεγονότα εκείνες που αφορούν σε επέκταση του τεχνικού αντικειμένου του έργου ή στη βελτίωση της ποιότητάς του, καθόσον είναι ανεπίτρεπτη η εκ των υστέρων μεταβολή του αντικειμένου του έργου, που δεν ήταν γνωστή στο σύνολο των διαγωνιζομένων κατά την υποβολή της προσφοράς τους και δεν αποτέλεσε τη βάση της διαδικασίας ανάδειξης αναδόχου (βλ. Πρ. VI Τμ. Ελ. Συν. 232, 216, 198, 192 και 98/2006, 108/2007, απόφ. VI Τμ. Ελ. Συν. 2069/2010). Ομοίως, δεν αποτελούν απρόβλεπτες περιστάσεις η εφαρμογή νέων κανονισμών και κανόνων, συνεπεία των οποίων δεν τροποποιείται η όλη κατασκευή και οι οποίοι καθιερώθηκαν ως υποχρεωτικοί μετά την ανάθεση του έργου, καθώς και παραλείψεις ή σφάλματα της προμέτρησης της μελέτης, καθόσον οι εργασίες που οφείλονται στα ανωτέρω καλύπτονται αποκλειστικά από το κονδύλιο των απροβλέπτων που περιλαμβάνεται στην αρχική σύμβαση (βλ. αποφ. VI Τμ. Ελ. Συν. 2066, 286, 285/2010, 3359, 3357, 2502, 1780/2009). Τέλος, η απόφαση του αρμοδίου οργάνου περί προσφυγής στην παραπάνω διαδικασία ανάθεσης πρέπει, ως εκ της φύσεώς της, να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, ώστε να καθίσταται εφικτός από το Ελεγκτικό Συνέδριο ο έλεγχος νομιμότητάς της (βλ. αποφ. VI Τμ. 2066, 286, 285, 136/2010).

 

ΙΣΧΥΟΝΤΕΣ ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ

Πατήστε πάνω στον νόμο που θέλετε να ανατρέξετε ώστε να ανοίξει ο αντίστοιχος σύνδεσμος.

Νόμος 1418/1984 

Π.Δ. 609/85

Νόμος 3669/2008 

Νόμος 4070/2012  (περιλαμβάνει τροποποιήσεις διατάξεων του ν.3669/2008 που αφορούν κυρίως τις επιμετρήσεις , εγκρίσεις λογαριασμών την ποιότητα του έργου, προσωρινή και οριστική παραλαβή ,παραλαβή αφανών εργασιών, απόσβεση δικαιωμάτων του αναδόχου κλπ)

Ερμηνευτική Εγκύκλιος 11/16-05-2012 ΥΠΟΜΕΔΙ για τον Ν.4070

Νόμος 4072/2012 Υποχρέωση κατάθεσης εγγυητικής επιστολής για την έκδοση διαταγής πληρωμής!

Εγκύκλιος 25 Υπόδειγμα εγγυητικής επιστολής για είσπραξη χρηματικής απαίτησης από το Δημόσιο

Γνωμοδότηση 209/2013 ΝΣΚ Το ύψος της εγγυητικής επιστολής για την εκτέλεση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου, περιλαμβάνει και τους επιδικασθέντες τόκους